"ΗΤΑΝ τότε όπου ο πρόεδρος Ρίγκαν, στα μέσα της δεκαετίας του '80, επισκέφθηκε επισήμως το Τόκιο. Επιβλητική υποδοχή, εντυπωσιακές οι φιλοφρονήσεις εκατέρωθεν, πλήθος οι δημοσιογράφοι που συνόδευαν τον πρόεδρο και, όπως ήταν φυσικό, συνεχής η ροή ειδήσεων, μικροπληροφοριών και αυτών που συνήθως ονομάζονται παραλειπόμενα. Για τους δημοσιογράφους που έφθασαν με τη συνοδεία του Ρίγκαν ένα κατάμεστο Τζάμπο οι Ιάπωνες πρόβλεψαν τα πάντα. Για το πρώτο βράδυ το πρόγραμμά τους έγραφε: «Τυπικό, υψηλής ποιότητας, ιαπωνικό γεύμα σε κλασικό περιβάλλον». Δεν έδωσε κανείς ιδιαίτερη σημασία ως τη στιγμή όπου μια δημοσιογράφος της συνοδείας τώρα την βλέπω καμιά φορά και στο CNN έρχεται αναστατωμένη και με φωνή που έδειχνε αγωνία ρωτά: «Μα είναι αλήθεια; Θα μας δώσουν μυαλά πιθήκου τον οποίο θα σφάξουν εμπρός μας;». Κάποιος συνάδελφος ασφαλώς της είπε κάτι τέτοιο και η δύστυχη το 'χαψε. Φυσικά, κάναμε το παν εμείς οι άλλοι για να μην τον διαψεύσουμε.
Η αλήθεια είναι ότι μυαλά πιθήκου δεν φάγαμε. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι ενθουσίασαν κανέναν τα βραστά φύκια, τα τηγανητά σκουληκοειδή της θάλασσας, κάποιες απροσδιόριστες υδαρείς σούπες, τα ρυζομελωμένα καβουράκια και μια σειρά άλλα θαλάσσια φυτά, βολβοί και κάτι σαν φιδές, που κατόπιν μάθαμε ότι ήταν από πατατάλευρο, που μας σέρβιρε μια ντουζίνα γκαρσόνια, μετρ και οι βοηθοί τους.
Δεν είναι έτσι σε όλα τα γεύματα και προγεύματα όπου καλούνται οι δημοσιογράφοι που συνοδεύουν κάποιο υψηλό πρόσωπο. Στη διάσκεψη κορυφής του ΟΑΣΕ, στη Βουδαπέστη, πρόπερσι τον Δεκέμβριο, λ.χ., το πηχτό γκούλας μόνο, γιατί αμέσως ακολουθήθηκε από «μπέλτσιντσελετέκ» (κοτολέτες από μικρό χοιρινό πασπαλισμένες με σουσάμι), δεν απέσπασε ζητωκραυγές από την πτέρυγα των τραπεζιών με τους επισήμους· οι οποίοι συμφώνησαν με τους δημοσιογράφους ότι το λευκό κρασί «Εγκρι Λεάνικα, 1993» και το κεχριμπαρένιο «Εγκρι Τραμίνι, 1987» που συνόδευαν το πλούσιο γεύμα (στα ορ ντ' εβρ υπήρχε και «μελέγκ τουροπούτιγκ», δηλαδή πρασοτυρόπιτα) ξεπερνούσαν κάποια «επώνυμα γαλλικά» «Σατό ντε Πρεσάκ», «Κλο ντε Κορβέ» κ.ά. που είχε προσφέρει ο πρόεδρος Μιτεράν σε επισήμους και δημοσιογράφους στη διάσκεψη των «Εξι Μεγάλων», στις Βερσαλλίες, στις αρχές της δεκαετίας του '80. Αλλά οι ούγγροι μάγειροι εξέπληξαν τους πάντες όταν έσβησαν ξαφνικά τα φώτα και από τις πόρτες της μεγάλης αίθουσας πρόβαλαν με τις άσπρες ποδιές και σκούφιες τους κρατώντας δίσκους όπου είχαν βάλει φωτιά στο κονιάκ με το οποίο ήταν περιχυμένες οι «παλατσίνκας» (κρέπες γεμισμένες με σοκολάτα και πασπαλισμένες με αμυγδαλόψιχα). Αργότερα μάθαμε ότι ήταν το «ευχαριστώ» τους προς τα ΜΜΕ επειδή εξετίμησαν την εργασία τους!
Την εργασία των δημοσιογράφων εξετίμησε και η Κίνα κάποτε· όταν πριν από 25 τόσα χρόνια, παρά την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ, η Κίνα έγινε δεκτή στα Ηνωμένα Εθνη. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες από την εγκατάσταση των κινέζων διπλωματών στη Νέα Υόρκη όταν κληθήκαμε καμιά πενηνταριά διαπιστευμένοι ανταποκριτές στον ΟΗΕ σε γεύμα στο κτίριο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας τους ένα πρώην νοσοκομείο στο Μανχάταν. Η πρόσκληση περιέργως δεν ανέφερε το όνομα του προσκαλούντος αλλά μόνο (σε μετάφραση) «η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Λαϊκής Κίνας εξ ονόματος της κινεζικής κυβερνήσεως και του κινεζικού λαού προσκαλεί τον...» κλπ. κλπ. Τρία τραπέζια σε σχήμα Π, με δαντελωτά τραπεζομάντιλα, άφθονα λουλούδια και τα απαραίτητα αλατοπίπερα, τα γνωστά ξυλάκια (που ήταν κοκάλινα εδώ), μπουκαλάκια σόγιας κλπ., ήταν για τους δημοσιογράφους και καμιά δεκαπενταριά κινέζους διπλωμάτες.
Πάνω στο πιάτο του καθενός δίπλα στη λινή κρεμ πετσέτα ήταν το μενού με το χρυσοκόκκινο εθνόσημο εις άπταιστον κινεζικήν! Οι οικοδεσπότες διασκέδασαν για λίγο με την έκπληξη των καλεσμένων τους (κανείς μας δεν διάβαζε κινεζικά, φυσικά) και αμέσως κατόπιν τα γκαρσόνια γκρι στολή Μάο, μετά παρασήμων δύο - τρεις μας μοίρασαν το μενού στα αγγλικά. Το αντιγράφω αυτούσιο: Ορ ντ' εβρ, σούπα Αμπαλόν, κινεζικά σπρινγκ ρολς, γαρίδες σοτέ, ξεροψημένη πάπια φούρνου, ψιλοκομμένες φέτες γουρουνόπουλου α λα Σετσουάν, λάχανο περιχυμένο με ζωμό κοτόπουλου, τηγανητό ρύζι με κουκουνάρια και μπαχάρια, παγωτό.
Αν εξαιρέσει κανείς εκείνους και εκείνες που έκαναν δίαιτα (και οι οποίοι έφαγαν το καταπέτασμα, ως συνήθως), κανείς μας δεν μπόρεσε να φάει όλη αυτή την πλημμύρα των εδεσμάτων· που, ας προσθέσω, ακολουθήθηκε από ποτά, λικέρ, τσάι κλπ. στα όρθια μετά το γεύμα. Ο επικεφαλής, ο οποίος, όπως μαθεύτηκε αργότερα, δεν ήταν διπλωμάτης και είχε έρθει ειδικά από το Πεκίνο για να ευχαριστήσει τους δημοσιογράφους που «επί τόσα χρόνια βοήθησαν την Κίνα να καταλάβει τη θέση που της ανήκε στον ΟΗΕ», ήπιε τουλάχιστον δέκα φορές εις υγείαν των δημοσιογράφων. Και ήταν κάτι πιο δυνατό από κονιάκ αυτό που κατέβαζε μονορούφι.
Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουλίου 1994, στις Βρυξέλλες, η Επιτροπή πασίγνωστη για την τσιγκουνιά της όταν είναι να προσφέρει κάτι θέλησε, φαίνεται, να εξευμενίσει τους δημοσιογράφους και άνοιξε τις κάβες της. Το «Ρίσλιγκ καμπινέτ» του 1991 και η σαμπάνια «Μπαχάραχερ» του 1990 ήταν ό,τι χρειαζόταν για να φαγωθούν τα τρία πιάτα: φρέσκα θαλασσινά γαρνιρισμένα με ψιλοκομμένο βασιλικό, γλώσσα τηγανητή σε βούτυρο με γαρνιτούρα φρέσκο μπρικ και σπαράγγια και ζυμαρικό α λα Αλφρέντο με άφθονη κομμένη τρούφα· που, βεβαίως, ακολουθήθηκαν από κρεμ καραμελέ φλαμπέ και παγωτό «σινουάζ» (δεν το δοκίμασα και δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι το «κινεζικό» παγωτό).
Το πρώτο επίσημο γεύμα όπου παρευρέθηκα εννοείται σε άλλη αίθουσα και αρκετά μακριά από τους επισήμους ήταν εκείνο που έδωσε ο Τίτο το φθινόπωρο του 1962 στο Βελιγράδι, στην πρώτη διάσκεψη των Αδεσμεύτων. Ηταν από κάθε πλευρά μνημειώδης εκείνη η συνάντηση. Παρόντες μεταξύ άλλων οι Νεχρού, Νάσερ, Τίτο, Τσου Εν Λάι, Χαϊλέ Σελασιέ, Μακάριος, Μπανταρανάικε και πλήθος άλλοι, ξεχασμένοι σήμερα αλλά «μεγάλοι» στην εποχή τους. Εχω κρατήσει το, μάλλον άκομψο, μενού: σαλάτα από «ντελικατές» της εποχής (ήταν μια απλή μαρουλοντοματοσαλάτα με σοσ φρανσέζ), «μπριγκάτσκιγε ντοκ» (μοσχαρίσια μπριζόλα, το όνομα ήταν άγνωστο ακόμη και στους γιουγκοσλάβους συνοδούς) και ένα ζυμαρικό με πατατάκια ογκρατέν. Παγωτό και «Μασεντόνια» φρούτων (καμία σχέση με τη Μακεδονία, φυσικά, που τότε δεν ήταν καν ζήτημα, απλώς η διεθνής αυτή λέξη σήμαινε και σημαίνει ανάμεικτο) έκλειναν το μενού. Επειδή στο τραπέζι των επισήμων κάθονταν αρκετοί μουσουλμάνοι, ούτε στο μενού αναγράφονταν ούτε και προσφέρθηκαν κρασιά στο τραπέζι. Και, φυσικά, οι πορτοκαλάδες, σόδες κλπ. δεν αναφέρονται σε μενού. (Πάντως, πριν από το γεύμα προσφέρθηκαν ποτά, στα όρθια, ακόμη και τα πιο «σκληρά»).
Αφού μιλάμε για «ιστορικά γεύματα» και το τι έφαγαν και ήπιαν οι (κατά καιρούς) μεγάλοι, ας αναφέρω και το τι είχε το τραπέζι που έκανε ο σουλτάνος Μεχμέτ Δ' στον απεσταλμένο του δόγη της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 1670. Το αναφέρει ο βενετσιάνος... συνάδελφος Αλμπέρτο Πίκουλο Μοντεφρένι. Το «βασιλικό μενού» περιελάμβανε κατά σειρά: αρνί σούβλας με βούτυρο και κρεμμύδια, μικρό κατσικάκι και κοτόπουλο στον φούρνο, περιστέρια ψητά με χτυπημένη κρέμα και ραντισμένα με ροδόνερο, κότα σερβιρισμένη με το λίπος της με αβγά και μπαχαρικά, ντολμάδες με αμπελόφυλλα, συκώτι με αβγά πασπαλισμένα με μαϊντανό, αμύγδαλα, ψιλοκομμένο κρεμμύδι, μπαχαρικά, σκόρδο και φέτες κόκκινο κρεμμύδι, μικρές φέτες κρεατόπιτας, πιλάφι με κρεμμυδάκια, μαύρη σταφίδα και κουκουνάρια, μπιζελόσουπα με ζωμό κότας με κρουτόν περιχυμένη με καυτό βούτυρο, κοτόσουπα αβγολέμονο, σαλάτες (ελιές, κάππαρη, πικρά ραδίκια, παντζάρια, αγγουράκια, φρέσκο σκόρδο και ροδοπέταλα), νταούκ κιοκσού, πίτα με ξηρά σύκα, πουτίγκα με κεράσια, ζάχαρη και ροδόνερο, ξηρά βερίκοκκα με ζάχαρη, ροδόνερο και φουντούκια, ξηρά αχλάδια, μήλα, φρέσκα σταφύλια Δαμασκού, ροδάκινα και φρέσκα φιστίκια. (Ο Μοντεφρένι βεβαιώνει ότι «οι οθωμανοί και οι βενετσιάνοι συνδαιτυμόνες δοκίμασαν τα πάντα και ουδείς φάνηκε να έπαθε κάτι από το στομάχι του»).
Δεν ήταν όμως έτσι με το επίσημο και πολύ πιο λιτό γεύμα προς τιμήν των μελών της Βουλής των Κοινοτήτων που επισκέφθηκαν τον Αβδούλ Χαμίτ Β' στα ανάκτορα του Γιλδίζ στις 31 Δεκεμβρίου 1908. Τρεις βουλευτές «παρέμειναν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Πέραν Παλάς επί 36 ώρες και δύο άλλοι μετακομίσθηκαν στο Αγγλικό Νοσοκομείο με οξείς στομαχόπονους. (...) Τελικώς, μόνο τέσσερις δεν γνώρισαν τα αποτελέσματα της φαγοποτικής επίδοσής τους», έγραψαν οι «Times» του Λονδίνου αργότερα. Και δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιο το γεύμα. Το μενού περιελάμβανε μόνο κονσομέ με φρέσκο αβγό, «μπουρέκ» τυριού, συναγρίδα με μαγιονέζα, φιλέτο βοδινό με χορταρικά, πατέ συκώτι μοσχαριού, «κεμπάπ» πέρδικας και γαλοπούλας, πιλάφι με κοτόπουλο Μιλανέζ, αγγλική πουτίγκα, κρέμα κανέλας και παγωτό!
(Οι νεότεροι Τούρκοι είναι οπωσδήποτε πιο λιτοί στα γεύματα που προσφέρουν. Στο άτυπο πρόγευμα που έγινε στην τουρκική αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ το 1974 ο τότε τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαγλαγιαγκίλ είχε για τους έλληνες ομολόγους του Μαύρο και Μπίτσιο πιλάφι «τας κεμπάπ», ως τουρκικό φαγητό, όπως είπε ο υπουργός, κολοκυθάκια παπουτσάκια, ως ελληνικό, και μηλόπιτα με παγωτό, ως κατ' εξοχήν αμερικανικό).
Λιτά είναι και τα γεύματα του Λευκού Οίκου, όπου μοναδική πολυτέλεια είναι ίσως τα σπίρτα και τα πετσετάκια με το αμερικανικό εθνόσημο, τα οποία εξαφανίζονται αμέσως από τους προσκεκλημένους που αιφνιδίως γίνονται συλλέκτες, και βεβαίως η μικρή ορχήστρα των Πεζοναυτών ή της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Στο γεύμα που παρέθεσε ο πρόεδρος Μπους στον τότε πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη στις 12 Δεκεμβρίου 1991 το μενού περιοριζόταν σε πρασοπατατόσουπα με κρουτόν, αρνίσια παϊδάκια με μέντα, σοτέ πατάτες και λαχανικά, μια σαλατούλα φρέσκα εντίβ και σορμπέτ βατόμουρου με βουτήματα. Το άσπρο κρασί «Τάλμποτ Σαρντονέ, 1988» ήταν της Καλιφόρνιας (κάθε άλλο παρά σπουδαίο) και για το κρέας σέρβιραν ένα «Μποζολέ, 1988», καλό ομολογουμένως.
Το πιο λιτό (για να μην πω τσιγκούνικο) επίσημο γεύμα όπου παρευρέθηκα ήταν αυτό που έδωσε τον Μάρτιο του 1994 στα Ανάκτορα του Κρίστιανμποργκ της Κοπεγχάγης η βασίλισσα Μαργκρέτε προς τιμήν εκατό και πλέον ηγετών από όλα τα μέρη του κόσμου που βρέθηκαν στη Δανία για τη διάσκεψη του ΟΗΕ. Το μενού περιελάμβανε ένα κονσομέ ψαριού που το συνόδευε ένα όχι σπουδαίο «Ρίσλινγκ, 1992» Αλσατίας, μια τερίν φουά γκρα (ομολογουμένως πολύ καλή) και για κύριο πιάτο κοτολέτες ελαφιού στον φούρνο και κρασί κόκκινο, ένα κλαρέτ «Λε Μαρς ντε Καΐξ, 1991», από την προσωπική κάβα του βασιλικού συζύγου πρίγκιπα Χένρικ. Το γεύμα τελείωσε με μια πελώρια τούρτα που μόνο το όνομά της ήταν πομπώδες. Η βασίλισσα την βάφτισε «Αρμονία» προφανώς, ως ευχή για τις εργασίες του ΟΗΕ. (Το ωραίο είναι πως έξω από τα Ανάκτορα διαδήλωναν καμιά 300ριά εναντίον της «αυτοκρατορικής φιέστας», όπως χαρακτήρισαν αυτό το λιτό φαγάκι).
Τον Σεπτέμβριο του 1992 η οικογένεια Ανιέλι σε συνεργασία με την τότε ιταλική κυβέρνηση προσκάλεσε στο Τουρίνο πρωθυπουργούς, υπουργούς, πανεπιστημιακούς, επιχειρηματίες και, φυσικά, δημοσιογράφους από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ηταν μια ανεπίσημα πολιτική σύναξη που, πάλι ανεπισήμως, ασχολήθηκε με οικονομικά κυρίως θέματα στις παραμονές των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. (Για την ιστορία, όλοι σχεδόν οι παρόντες, με εξαίρεση την κυρία Μπρούτλαντ της Νορβηγίας, θεωρούσαν βεβαία την επανεκλογή του Μπους). Το γεύμα που δόθηκε στην εκπληκτική Βίλα Σάσι, των Ανιέλι φυσικά, ένα πρώην αυστριακό ανάκτορο, ήταν «κλασικά ιταλικό»: άρχισε με ανοικτά μικρά σάντουιτς ιταλικών αλλαντικών και τυριών, ακολούθησε σαλάτα με άγρια μανιτάρια που συνόδευε το «καρπάτσο» μοσχαριού με σάλτσα τρούφας, ύστερα ένα είδος κοφτού στριφτού ζυμαρικού γεμισμένου με σπανάκι και λαρδί καπνιστό, ένα γενναίο κομμάτι κρέας βοδινό σε σάλτσα ντομάτας - πιπεριάς - βασιλικού και, βεβαίως, άφθονο κρασί: λευκό «Σαρντονέ, 1991, Γκρεγκολέτο» και κόκκινο «Μπαρόλο Μπρουνάτε, 1976, Σερέτο» από την προσωπική κάβα των Ανιέλι. Στο τέλος ήρθε ένα σορμπέτ λεμονιού με παχιά κρεμ φρες που το σέρβιραν σε πανύψηλα ασημένια κύπελλα της συλλογής της οικογενείας Ανιέλι του 1770, όπως έγραφε το μενού. Το εσπρέσο (μερικοί προτίμησαν ριστρέτο αλλά το βρήκαν «εξαιρετικά πικρό») συνοδεύτηκε, φυσικά, από όλων των λογιών τα ιταλικά λικέρ, ένα Courvoisier 1978 και ένα μανταρίνι Napoleon 1989 «για τις κυρίες», όπως ειπώθηκε από τους οικοδεσπότες. Φυσικά, τα πούρα ήταν Romeo y Julieta, από την Αβάνα, όχι του Davidoff."
